Η νόσος κατάδυση

Η νόσος κατάδυση

 

Η νόσος των δυτών χρειάζεται πάντα μια κρούστα αμφίεσης

Μη περατή ορατότητα και μια κρυστάλλινη επιφάνεια

Ανάδευσης

Ενθάρρυνσης και πνιγμού

Αναδίπλωση της αναπνοής

Μια κατακόρυφη καταβύθιση

Μια πνοή συρίττουσα

Ένα βάθος βυθού γεμάτο

Διακυμάνσεις κοιλάδες οροπέδια

Πλάσματα εξωτικά

Το φεγγάρι να διαθλά τον ήλιο

Σε στρώσεις

Διαζώματα ψυχρότητας

 

Μια άβυσσος τραβηγμένη            στα όρια

Του κενού

Στον πιο γεμάτο κατακρημνό της

Στερεότητας

Την σιωπή που θ’ αναδύουν υπερηχητικά

Ταξίδια

Τον βόμβο της χελώνας

Το σαλάχι

Το ναυάγιο

Τον θησαυρό

Τη σάρκα να γίνεται βορρά

Εξευγενισμένων πλασμάτων

Η νόσος  κατάδυση

Εμπεριέχει νερό

Ασύμφορο

Δαιδαλώδες

Μπλε

Πράσινο

Μαύρο

Διάφανο

Λαδί

Σχεδόν μωβ

Σχεδόν υπέρηχο

Υπέρχρωμο

Γεω φυσικό

Αλμυρό

Αφηγηματικό

Σχεδόν

Αφύσικο

Η παραμονή στο βάθος

Είναι κυκλοτερής

Η αναπνοή το ίδιο

Η στρόφιγγα του κοχυλιού

Η διαπλάτυνση του πτερυγίου

Η συγχώνευση του σώματος

Μέσα στο σώμα

Η έλλειψη γλώσσας φωνής

Τρομακτική πιθανότητα

Για στέρεο λάθος

Η κίνηση

Η στερεότητα

Η απομάκρυνση

Οι υπόγειες σήραγγες

Η εξάλειψη απόστασης

Βαθύ σκούρο σχεδόν ανύπαρκτο

Έρχεται το χρώμα ενός χαλαζία

Να σημάνει ξημέρωμα

Σε έναν χώρο που ο χρόνος

Κινείται σε κύκλους

Και σε απουσία ανθρώπου

Και στο συλλάβισμα

Ενός φυσητήρα

Σώμα ξεβρασμένο σε θάλασσα

Προκαλεί λόφο απορίας

Και δέους

Δεν παραμένουν οι αποστάσεις

Παρά μόνο στο άκουσμα

Μιας κατάρρευσης

Που έρχεται σιγά σιγά

Με την άνοδο

Αναπνοή

 

 

 

Αναπνεώ την μομφή του χρόνου

 

Σαν να είσαι μέσα σε νερό

Που πνίγεται

Και καμιά άνωση

Δεν υπάρχει

Για να ξεβράσει το σώμα

Στο χείλος της επιφάνειας

Αναπνέω την μομφή του χρόνου

Για ύπαρξη

Περαιτέρω

Σε αναπνέω και η έλλειψη βαρύτητας

Δίνει τόση χορευτικότητα

Στις κινήσεις

Τα αστέρια στο μαύρο του χάους

Μοιάζουν με πιτυρίδα

Πάνω σε βαμμένα μαλλιά κατράμι μαύρο

Γέρικου οργανισμού πριν το θάνατο

Κάθε έκρηξη σε αστέρι

Είναι αποστολή

Να διορθώνει βλαβη στο συναίσθημα

Να κρατά τον ρυθμό της πόλης

Στην παλάμη της ημέρας

 

Δεν ανησυχώ καθόλου

Για τον πυρετώδη χώρο μάζα

Που όλα επιπλέουν

 

Κάθε αναπνοή οργανισμού

Ενοχλεί την σιωπή του σύμπαντος

 

 

Παχιά ζέστη στο πρόσωπο

 

Φθορά ήλιου στα μαλλιά

Μάτια που επιμένουν ν΄ ανοίγουν

Τεντώνεται η αργοπορία

Στα πέλματα

Νερό δεν υπήρξε

Τις υπνώτισε καταμεσής του δρόμου

Φύγανε ολάκεροι αφήνοντας

Μια παρτίδα ακροδάχτυλα

Κομμένα φάλαγγα- φάλαγγα

Πάνω στο δέρμα ενός άρρωστου δρόμου

Ιδρώτας

Και μια αίσθηση για ακόμη νερό

Σφίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλον

Απ τους αγκώνες

Ήρθε η νύχτα και μια αίσθηση

Κερατίνης από νύχια

Που έμειναν πάνω στη ζεστή

Άσφαλτο

 

 

 

Ενδιάμεσος γης και μη γης

 

Πώς να περιορίσεις το έγκλημα

Πώς να πεις γίνομαι επίπεδη Να

Και ελέγχω την καμπυλότητα

 

Κάπου στον ουρανό αντανακλάται

Ένα άλλο κέντρο της γης

Τα αστέρια δημιουργούν στο σημείο

Ρουφήχτρα

Οι κομήτες γίνονται δέντρα

Οι καταρράχτες έχουν χρώμα δαμασκηνί

Και ξερνάνε στο μέλλον απόληξη

Οι κορυφές των πλανητών είναι βουνά

Και η κάθε έκρηξη σκόνης γίνεται

Άνθρωπος ήλιος

Γύρω από την ερωμένη

Κοιμωμένη

Και κλαίουσα

Αβινιόν δεσποινίδα

Και μάντισσα

 

Η γη μικρή κουκκίδα

 

Καμιά άβυσσος δεν χωρά αρκετά

Σε κανένα σύμπαν

 

Κλιματσίδες γίνονται τα δέντρα

Ατελή φτερά αγγέλων

Τον παλμό από το βήμα ενός γίγαντα

Κόκκινο

Ακούω

Και

Κάθε φορά στο ύψος του στήθους

Νιώθω το εμβαδό ενός ποδιού

Να πιέζει όλο και πιο πολύ την ψυχή να φθάσει

Στην πλάτη

Αφησαν  να καταπιούν σημασία

Και τον υπαινιγμό

Ότι κάποιος δήθεν θέλησε

Στον ουρανό που  ακόμη γαλάζιος

Πριν  γίνει μαύρος είδε κάποιους

Να ξεπουπουλιάζουν βασανιστικά τα φτερά τους

Με τσιμπιδάκι φρυδιών

Δεν είχαν κανέναν τρόπο πλέον

Στον ενδιάμεσο χώρο

Γης και μη γης

 

Νιφάδα- νιφάδα

 

Να αγγίζεις το σκοινί κόκκινο σαν επιθυμία

Με αυτό να δένεις τον καρπό της σκέψης

Θέλω πάλι

Να ακουστούν τα χρώματα πάνω σε απουσία

Χιονιού

Νιφάδα-νιφάδα να έλκεται ο ουρανός

Και να φτιάχνει γης ολόκληρο πάπλωμα

Μέσα εκεί οι προηγούμενες αναμνήσεις

Πριν την μνήμη να αργοπεθαίνει με ησυχία

Καλά ζυγιασμένη στο ξέπνοο σιγά

Στο μουδιασμένο δάχτυλο που μόνο δαχτυλίδι

Φανερώνει σε λάμψη

Μέσα όλο λευκό και

Θέλω πάλι

Τα μαλλιά κατάκόρυφα και σε παραλληλία των ώμων

Να ξεδιψούν βροχή και αστερόσκονη

Η μουσικά να τεντώνει την τρίχα

Άφοβα να σκεπάζει το χίονι τα φρύδια

Και αυτό να λέγεται μεγάλωμα και

Διαστολή του σύμπαντος που λέγεται

Έρωτας

Και συστολή της ψυχρότητας που λέγεται

Σιγή

Και εκεί  το αστρικό φοβερό και μεταμορφωμένο

Γίνεται χρόνος σε άλλη εικόνα

Που λέγεται αναποδογυρισμλενο πλεκτό

Και βλέπεις όλο σε όλο

Τα αστέρια από την ανάποδη όψη

Όλο σε όλους τους κόμπους φωνής

Που θέλει να ουρλιάξει

Την μοναξιά ενός ήλιου και μόνο

Ολόκληρου

Και μόνο ένα φωνήεν

Να έχει έρθει στα χείλη σαν τελευταία νιφάδα

Χιόνι

Και μόνο μια λάμψη από καιρό πεθαμένη επιθυμία

Και

Θέλω πάλι

Αλλά ολόκληρη στρώση ο κόσμος

Να μην αφήνει την φυγή

Να γίνεται στα μάτια

Στο χρώμα

Στο στόμα

Να γίνει πιο λευκή από το άστρο

Και μετά πάλι εκεί

Στο μούδιασμά της απόλυτης έλξης

Να αφήνεσαι να συρρικνώνεις

Τον θάνατο

Να τον αφήνεις να καίει νιφάδα- νιφάδα

Την ακρογωνιαία πορεία

Πάνω στο πιο πελιδνό δέρμα

Το σώμα και η αντίθεση να πυρακτώνει

Τον ήλιο να τυφλώνει σαν προβολέας

Το σώμα πάνω στο  τόσο απορροφημένο

Λευκό του ερωτευμένου θανάτου

Κύτταρο κύτταρο

Να συνθέτεις το σώμα σου σαν τουβλάκι

Που δεν εφαρμόζει σε μυρωδιά

Να!Κοίτα πως έφτιαξες έναν δείκτη

Να δείχνει την θάλασσα και να κρύβει

Στο στόμα –μάτι

Την οφθαλμάπατη της σίγασης

 

 

Αν κατοικούσες σε εκείνο το άστρο θα έβλεπες

Την ιστορία της γης με τρόπο άλλο

Τώρα γίνεται ο τρωικός πόλεμος

Και η αρπαγή του ωραίου

Σε αυτόν τον χρόνο ζεις

Και διαστέλεσαι σαν αιδόιο

Να δεχθείς την περατότητα του ορίζοντα

Τι υπάρχει πίσω από ένα απολιφάδι θάλασσας

Που τρεμουλιάζει την λάμψη

Του φεγγαριού στην αντανάκλαση

Του όταν λίγο ζαρώνει από το χνώτο

Της νύχτας ή του ελάχιστου χειμώνα

Θα υπήρχαν οι εποχές σε τέσσερα

Επιμέρους νοήματα;

Η ηλικία θα ήταν 300.000 νοήματα

Το δευτερόλεπτο και πλέον

Θα λέγεται Ανδρομέδα το συναίσθημα

Που δεν εκτιμάται καλά από την

Νύχτα μου

Ένας λάκκος λαγνείας στον μηδενισμό

Της αίσθησης

Αφήνω

 

 

 

 

Η μίτωση

 

Πώς κρέμονται σαν διάφανες κερήθρες

Πάνω στα αγκάθια οι μπουρμπουλήθρες

Η μία πάνω στην άλλη

Σε διαφορετικό μέγεθος η κοιλότητα

Η μίτωση γίνεται με αντιπαροχή

Του κυττάρου σε οξείδωση

Από ήλιο ανέχειας

Πυρηνική αντίδραση μέσα Στο

Διάφανο και στην χλωροφύλλη

Του λίγο Αέρα

Σαν μόρφωμα που αναπαράγεται

Διστακτικά

Σαν νέο άνθος πάνω το άγριο μωβ

Εκεί μέσα ελάχιστοι κόσμοι

Κατοικούν αόρατοι

Και με διάυγεια φαίνεται

Το έυθραυστο για στολίδι

Το δίχρωμο για αμφιβολία

Το σκούρο για ύπαρξη

Καμία βασίλισσα μέλισσα

Μέσσα αιμάσσουσα εκεί  δεν κσσέρει

Βασσιλικό τρόπο να προφυλάσσει

Τα ασσημένια φτερά της

Αλλά με

Την ακκίδα μιας ακκανόνιστης

Ακκακίας που θα έρθει με νερό

Να συγχωνεύσει το σίγμα το κάππα

Στο ξ

Θα μείνει ξξερό το λουλούδι

Μόνο με αγκάθια

Και με μια

Αίσθηση

Λυγερόκορμου τρόμου

Αέρα

Θα μετατοπιστούν

Οι μπουρπουλήθρες

Τα αγκάθια

Οι καταπακτές

Και η μίτωση

Που τώρα λέγεται Σφαγή

Θα αρχίσει

Να λαμβάνει χώρα

Σε

Ανθρωπο

 

 

Όπως η θάλασσα τον ωκεανό

 

Δεν είναι μελάνι αλλά ύφασμα λινό

Και από την άλλη ένα εγώ μισοφορεμένο

Ένα εσύ γυρτό στην ωμοπλάτη

Συναγωνίζεται το ύφασμα

Σε κομψότητα τη νύχτα

Να γυαλίζει το ανύποπτο πάνω

Σε ένα βινύλιο χρώμα ουρανός

Σε αναζητώ στην σκέψη που περιστρέφει

Τα βήματα όλο προς τα εκεί  που αναπαύει

¨Ελα μικρή πνοή που μοιάζεις χνώτο ραγισμένο

σε γυαλί βουλιάζεις σε δύο κομμάτια

Όταν ο ουρανός μπερδεύεται δημιουργούνται

σύννεφα κόμποι γεμάτα ροή

Όταν τα σύννεφα πυκνωθούν κλαίνε

Με δική τους απώλεια

Όταν η βροχή ακουμπήσει δέρμα λέγεται

έρωτας γεμισμένος ιδρώτα:

Όταν το σαλιγκάρι αφήσει..

¨Ελα μικρή πνοή που λέγεσαι

¨Όταν το σαλιγκάρι ξεχάσει τον δρόμο

παίρνει σχήμα λωτού το κινούμενο σπίτι;

 

Eλά μικρή αγκύλη που στην άκρη

τεμαχίζεις την λέξη

Από εδώ ξεκινάει γραμμή να πηγαίνεις

Να λέγεσαι Α

Αγγίζεις κάποτε την στίξη που μοιάζει

Ακμή στο γαλάζιο;

Αισθάνεσαι την ζωηράδα που κάνει την πλάτη

Να ευθυγραμμίζει το σύμπαν;

Πώς κουβαλάς ολόκληρο στους ώμους

Δύο φτερούγες νύχτας που γέρνουν

Σε παραλληλία βραχίονα;

Το βάρος χοροπηδά και ξεχνάς πως

Τα βήματα γίνονται

Με έκταση άλλη

Μια πορεία που σαλιώνει την γη

Από σώματα εύθραυστα

Και από πάνω κανένα σκάφανδρο

 

Αιφνιδιάζεις την ακοή του κοχυλιού

Όταν εκεί ψιθυρίζεις νοτισμένη συγχώρεση

Επαναλαμβάνεις την λάθος λάμψη

Όταν γυαλίζεις τα παπούτσια

Με μαντήλι που αντανακλά στο δέρμα κροκοδείλου

Τον Σκορπιό

Τον Ωρίωνα

Τον λευκό γίγαντα

Πυροδοτείς ξημέρωμα με χρώμα

Πιο σκούρο ένα

Από το απαλό πνίξιμο του ήλιου

Στην θάλασσα

Και δεν συγχωρείσαι όταν

Η βροχή μιμείται ροή

Όταν η στιγμή απαιτεί ανάγκη

Όταν  η σιγή θρέφει την ώρα

Όταν  η φυγή λαχταράει επιστροφή

Όταν η ζωή χλευάζει τη νομοτέλεια

Όταν ο έρωτας θανατώνει τον θάνατο

Ανοίγεις το στόμα και καταπίνεις τρίμματα

Γυαλιστερά από πεθαμένους

 

Όπως η φάλαινα τον ωκεανόΌπως η θάλασσα τον ωκεανό

 

Δεν είναι μελάνι αλλά ύφασμα λινό

Και από την άλλη ένα εγώ μισοφορεμένο

Ένα εσύ γυρτό στην ωμοπλάτη

Συναγωνίζεται το ύφασμα

Σε κομψότητα τη νύχτα

Να γυαλίζει το ανύποπτο πάνω

Σε ένα βινύλιο χρώμα ουρανός

Σε αναζητώ στην σκέψη που περιστρέφει

Τα βήματα όλο προς τα εκεί  που αναπαύει

¨Ελα μικρή πνοή που μοιάζεις χνώτο ραγισμένο

σε γυαλί βουλιάζεις σε δύο κομμάτια

Όταν ο ουρανός μπερδεύεται δημιουργούνται

σύννεφα κόμποι γεμάτα ροή

Όταν τα σύννεφα πυκνωθούν κλαίνε

Με δική τους απώλεια

Όταν η βροχή ακουμπήσει δέρμα λέγεται

έρωτας γεμισμένος ιδρώτα:

Όταν το σαλιγκάρι αφήσει..

¨Ελα μικρή πνοή που λέγεσαι

¨Όταν το σαλιγκάρι ξεχάσει τον δρόμο

παίρνει σχήμα λωτού το κινούμενο σπίτι;

 

Eλά μικρή αγκύλη που στην άκρη

τεμαχίζεις την λέξη

Από εδώ ξεκινάει γραμμή να πηγαίνεις

Να λέγεσαι Α

Αγγίζεις κάποτε την στίξη που μοιάζει

Ακμή στο γαλάζιο;

Αισθάνεσαι την ζωηράδα που κάνει την πλάτη

Να ευθυγραμμίζει το σύμπαν;

Πώς κουβαλάς ολόκληρο στους ώμους

Δύο φτερούγες νύχτας που γέρνουν

Σε παραλληλία βραχίονα;

Το βάρος χοροπηδά και ξεχνάς πως

Τα βήματα γίνονται

Με έκταση άλλη

Μια πορεία που σαλιώνει την γη

Από σώματα εύθραυστα

Και από πάνω κανένα σκάφανδρο

 

Αιφνιδιάζεις την ακοή του κοχυλιού

Όταν εκεί ψιθυρίζεις νοτισμένη συγχώρεση

Επαναλαμβάνεις την λάθος λάμψη

Όταν γυαλίζεις τα παπούτσια

Με μαντήλι που αντανακλά στο δέρμα κροκοδείλου

Τον Σκορπιό

Τον Ωρίωνα

Τον λευκό γίγαντα

Πυροδοτείς ξημέρωμα με χρώμα

Πιο σκούρο ένα

Από το απαλό πνίξιμο του ήλιου

Στην θάλασσα

Και δεν συγχωρείσαι όταν

Η βροχή μιμείται ροή

Όταν η στιγμή απαιτεί ανάγκη

Όταν  η σιγή θρέφει την ώρα

Όταν  η φυγή λαχταράει επιστροφή

Όταν η ζωή χλευάζει τη νομοτέλεια

Όταν ο έρωτας θανατώνει τον θάνατο

Ανοίγεις το στόμα και καταπίνεις τρίμματα

Γυαλιστερά από πεθαμένους

 

Όπως η φάλαινα τον ωκεανό

σε θέλησα

Σαν όπως η δροσοσταλίδα το πράσινο

φύλλο του πρωί μεσημέρι απόβραδο

Ανάμεσα σε εμένα

και σε εμένα

στάζεις

 

εσύ

 

 

Κάποιες δροσοσταλίδες κρατάνε μέσα τους

Την λάμψη των άστρων

Κάποια αστέρια κρατάνε μέσα τους δίψα νερού

Κάποια ξεκόλλησαν και έγιναν αστερίες σε θάλασσα

Ή σε τελετή στολίδια

Ή στρασαρισμένες έλξεις θηλυκού

Να λοιπόν ουροβόρος λέγεται

Τον είδα μέσα από διάθλαση

Βαθύς στο κέντρο

Με την πυρετώδη ζεστασιά να ρέει σαν αφαίρεση Ρόθκο

Και γύρω στεφάνι χοντρό

Σωλήνας φιδιού

Να τελειώνει εκεί που αρχίζει

Να κορδέλα τέλους

Μεσοδιάστημα- αναγέννηση

Ξανά

Κρατάει μέσα του την ανάμνηση μιας ιστορίας

Φωτογόνα έτη πίσω στην γη

Την φωτογράφισε και έμεινε απόηχος

Και ήταν  Να

Δυο παιδιά που μετρούσαν ένα βράδυ σημάδια

Στον ουρανό

Και ποτέ δεν πήγαν για ύπνο

 

 

Υπερήπειρος Ροδινία

Δεν θέλησαν ποτέ τα κύταρρα

Να αγαπηθούν μεταξύ τους

Ούτε να παύσουν την ανυπαρξία

Επινόησαν λοιπόν την φθίση

Και την πλήρη κάλυψη

Με παγωμένο νερό Περίεργο

Πώς το διάφανο γίνεται λευκό

Σχεδόν μαρμαρο

 

 

Υπερήπειρος Ροδινία

Δεν θέλησαν ποτέ τα κύταρρα

Να αγαπηθούν μεταξύ τους

Ούτε να παύσουν την ανυπαρξία

Επινόησαν λοιπόν την φθίση

Και την πλήρη κάλυψη

Με παγωμένο νερό Περίεργο

Πώς το διάφανο γίνεται λευκό

Σχεδόν μαρμαρο

 

 

 

 

Σε κενό αέρος

 

Να πηγαίνεις τειχάκι- τειχάκι την διαδρομή

Από πλανήτη σε κενό αέρος

Να μην

Ψάχνεις μικρό πριγκηπόνησο

Να ματώνουν τα αυτιά από την πίεση

Να μην

Μουσική

Να !Τριαντάφυλλο

Σε γυάλα οι ατμόσφαιρες

Να προκαλείς την ανακύρτωση και τα αγκάθια

Ενός πράσινου κλώνοι που δεν υπήρξε

Από το χάος να δημιουργεί τάξη κοσμογονική

 

Κάποιοι ήθελαν ακρόαση καρδιάς και μετά

Θάνατον

Αλλά μόνον βόμβος από εγώ

Έλξη σε γύρω από γη

Σε άσπρο και μαύρο

Και έτσι να μπαίνεις στις μαύρες σήραγγες

Και να μην θέλεις την αντίστοιχη λευκή

Η σκουληκότρυπα διανύεται από απόσταση

Στο συναίσθημα και στον χρόνο

Μετράς και ξαναμετράς στίγματα

Σε πένθιμο ρούχο.

Ίσως να ‘ναι φιαλίδια σκόνης που άφησε

Εκεί σε είχα καρφιτσώσει απαράλλαχτα-

Εδώ

 

Λούστηκα τη διάμετρο του σύμπαντος

Σε ένα κλείσιμο του δείχτη και του αντίχειρα

Το ξέρεις

Όταν έκανα φυσικό κυάλι να σε δω να

Απομακρύνεις την όψη απ’ τη στιγμή

Που διαθλά το πρίσμα σε όνειρο

Και τανάπαλιν

Στο κέντρο της γης μου

Όταν γεύτηκες τη υγρασία μιας σταγόνας

Έιδες τι κάνει η βαρύτητα στις φούστες

Στα παιδικά βλέφαρα

Στην κόγχη του ματιού

Και στο μπράτσο μιας αγωνίας

Που προκαλεί νεφάλωμα

 

 

(Σε ένα ενδιάμεσο μέρος)

Χωρίς ήλιο

Βροχή

Ομιλία αέρα και θάλασσα

Υπάρχει αιωνιότητα

 

Στέκεται μόνο ένα βουνό

Η αιωνιότητα υπάρχει μόνο

Εάν το βουνό αφανίζεται

Μόνο λίγο

Και μόνο από μόνο το φτερούγισμα

Ενός πουλιού

Που έχει κάθε μέρα την ίδια επιθυμία

Να χαιδέψει  τραχύτητα

Στον ίδιο κύκλο

Και την ίδια ροή για

Αποδήμια

 

Σε μια αιωνιότητα το βουνό υπάρχει –

Σε ένα βουνό η αιωνιότητα εμφανίζεται-

Λίγο λίγο

Μόνο και κατ ΄ ελάχιστα

Όταν ένα πουλί φτερουγίσει

Και από την πνοή της κίνησης

Θα πάρει μαζί του κάθε μέρα

Ένα μικρό λίγο χαλίκι

Για να αποδημεί η ακινησία

Και αυτό το ελάχιστο

 

 

Μια έρημος καλυμμένη με έρημο

 

Και από πάνω άλλος ζεματισμένος χυλός

Και ενδιάμεσα ήλιος

Και μια ραγάδα νερό

Πολλές στρώσεις

Η δούρεια επίστρωση

Και από πάνω

Μια ολόκληρη περιπέτεια

Λέγεται άνθρωπος

Κι εκεί πρέπει να εφευρεθεί

Η όαση

Η κόλαση

Ο κόσμος

Μιας τέχνης που λέγεται κρύβομαι

Κι έπειτα φανερώνομαι

Ενός ποιήματος που μοιάζει με Έρημο

Τεράστια αχανή

Και κανένας ήλιος

Από επάνω

Κανένας ουρανός

Μια υποψία νερού

Και μια δυνατότητα ζωής

Μετά παγετώνων

 

 

Δεν πάσχισα καθόλου να υπογραμμίσω νερό

Πίσω από κάθε σκέψη

Έσταζε συνεχώς αυτή  η ανάγκη για υγρασία

 

 

Πέρμια

Μια έρημος καλυμμένη με έρημο

Και από πάνω άλλος ζεματισμένος χυλός Και ενδιάμεσα ήλιος

Και μια ραγάδα νερό Πολλές στρώσεις

Η δούρεια επίστρωση Και από πάνω μια ολόκληρη περιπέτεια

Λέγεται άνθρωπος Και εκεί πρέπει να εφευρεθεί η όαση η κόλαση

Μιας τέχνης που λέγεται κρύβομαι Και μετά φανερώνομαι

Ενός ποιήματος που μοιάζει με έρημο Τεράστια αχανή

Και κανένας ήλιος από πάνω Κανένας ουρανός μια υποψία νερού

Και μια δυνατότητα ζωής μετά παγετώνων

 

Δεν πάσχισα καθόλου να υπογραμμίσω νερό πίσω από κάθε σκέψη

Έσταζε συνεχώς μέσα μου αυτή η ανάγκη για υγρασία

Διαιωνισμένος χρόνος

 

 

Σήμερα ξύπνησα και δαγκώθηκα

Μια λέξη τεμάχισα στην άκρη των χειλιών

Και έσταξαν γράμματα και λίγο σιγανό

Προσπάθησα να καταπιώ την σημασία

Και τον υπαινιγμό ότι κάποιος δήθεν θέλησε

Στον ουρανό που ακόμη γαλάζιος

Πριν γίνει μαύρος

Είδε αγγέλους να ξεπουπουλιάζουν

Βασανιστικά τα φτερά τους με τσιμπιδάκι φρυδιών

Δεν είχαν κανέναν τρόπο πλέον

Στον ενδιάμεσο χώρο γης και μη γης

 

Τον κάθε αμφιβληστροειδή

Τον χρειάζεσαι για να ζυγιάζεις καλά

Το ανάστροφο.

 

 

Παχιά ζέστη στο πρόσωπο

Φθορά ήλιου στα μαλλιά

Μάτια που επιμένουν ν΄ ανοίγουν

Τεντώνεται η αργοπορία

Στα πέλματα

Νερό δεν υπήρξε

Τις υπνώτισε καταμεσής του δρόμου

Φύγανε ολάκεροι αφήνοντας μια παρτίδα

Ακροδάχτυλα κομμένα φάλαγγα- φάλαγγα

Πάνω στο δέρμα ενός άρρωστου δρόμου

Ιδρώτας

Και μια αίσθηση για ακόμη νερό

Σφίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλον

Απ τους αγκώνες

Ήρθε η νύχτα και μια αίσθηση

Κερατίνης από νύχια

Που έμειναν πάνω στη ζεστή

Άσφαλτο

 

 

————————————————————————-

 

 

Δεν θέλησε ποτέ να ανακαιφαλαιώσει

Ούτε να κατασκηνώσει σε έναν ενδιάμεσο χώρο

Τέντωσε το πάχος της συνήθειας

Το μεταμόρφωσε σε νήμα οδοντικό (πολλαπλοί ισημερινοί)

Χωρούσε ασυνείδητο σε κάθε στοιβάδα,μέχρι το κόκκαλο τα παιδικά

Εγκλήματα, το ανεπαίσθητο ξύσιμο σε έναν υπερσυντέλικο χρόνο

Κατοικούσε στο δέρμα, εδώ και καιρό και την έκανε μικρή

Την παρουσία και την απώλεια

Ελα, θα σε σμικρύνω και θα κάνω πλεξούδες ηλιοφάνειας

Τις πρώτες σου λέξεις.Κι έγινε μικρή στη άκρη της γλώσσας

Και είπε ολόκληρη γλέιψε με από τρίχα σε νύχι και από εσοχή

Σε ρώγα κι εγώ θα νιώσεις εσύ εμένα

Δεν αποσυντίθεμαι , κάνε με βλωμό και μετά ξέρασέ με στην ακρώρεια

Του ενστίκτουΣχηματίζω επανάλειψη, σχηματοποιώ έλλειψη

Θα γατζωθώ πάλι από μία γλώσσα και από έναν ήλιο που δεν πλησιάζει επικίνδυνα

Δεν αιμορραγώ και δεν παθαίνω σοκ πολύ συχνά, να ξέρεις

Προκαλώ αιμόσταση στις λέξεις την στιγμή που συμβάινουν

Επειτα καταβροχθίζουν η μία την άλλη σαν ύαινες

Κι εγώ γελάω υστορικά και με την προμετωπίδα σε πτωση

Δεν ανακεφαλαιώνω.Οι εκκρεμότητες έχουν γίνει όλα τα βαγόνια του κόσμου

Ζώνουν σαν φίδια την υδρόγειο μέχρι την γεωγραφική μοίρα των σημερινών παγετώνων

Σαμ κορσές της προκαλούν ασφυξία και ξεχειλίζει το δερμα όλο νερό

Ανάμεσα στις λωρίδες αλλά δεν εξαχνίζεται , δεν εξπλαχνίζεται η διαφωρα, η διαφορά στα περίχωρα της υδρογείου μυρηκάζεται η λέξη και όταν κατασκηνώνουν

Οι φόβοι έρχεται το γέμισμα των καιρών σε μεγάλη ξηρασία και οδύνη.

Αλλά ακολουθεί η στιλπνότητα του λευκού του πάγου του υπερσηβηρικού θανάτου της έπαρσης και όλα λίωνουν με ανοχή κύτταρο κύτταρο ξανά υγρασία εδώ στάζει με πολύ ο έρωτας αλλά δεν συντελείται ζευγάρωμα χωρίς δύο φόβοι να συναντηθούν από ένστικτο

Και με την μωρία της αισιοδοξίας για μακρηγορία του χρόνου, του πόθου του λόγου

Κι έτσι διατηρούνται οι ατέλειες μη αρκετά, Οι άντρες βάζουν την στύση σε κιβώτια

Πάγων και οι γυναίκες ψήνουν τα ωάρια τα κάνουν ενώτια περίτεχνα αξιοζήλευτα

Ανοξείδωτα και στιλπνά και περνάνε οι αιώνες και περιμένουν μια περίοδο κάθαρσης

Που όλο δεν αργεί και όλο έρχεται

Και η ξηρασία θα γίνει περίοδος για επιτεύγματα πυραμίδων

Και η περίοδος παγετώνων δεν υποχωρεί ποτέ

Αποκρυσταλλώνεται γίνεται συμπαγής

Κι εκείνη βλέπει πως δεν λιώνει πως δεν έφυγε καμιά εκκρεμότητα

Τα βαγόνια στο σώμα του κόσμου

Ένα μόρφωμα που δεν αφαιρείται στο ενδιάμεσο σώμα

Και με καμία γλώσσα αιχμηρή

Και κανένα ένστικτο ξαναειπωμένο

Στο τώρα και καμιά ανακεφαλαίωση δεν έγινε

0-1

Σιαμαία καταστροφή

Γιατί δεν θέλησαν ποτέ τα κύτταρα

Να αγαπηθούν μεταξύ τους……………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………………….

 

 

 

Ηλεκτροφόρος

 

Και

Πάντα κλαις για μια εποχή

Που μόνος σου κατασκεύασες

Και ας είχες συνενόχους

Για την ζαρωμένη όλο δέρμα θάλασσα

Όταν φυσούσε λίγος αέρας και άμπωτη

Για το φούσκωμα της κοιλιάς

Και των βουνών μέσα σε δάση

Που δεν φτάνει φως

Για το ίδιο που είναι πάντα άλλο

Και νομίζεις κάνεις πορεία

Χωρίς δεκανίκια

Με το βλέμμα μπροστά

Και το κεφάλι πίσω

Και όρθιο πάντα

Σαν στύλος ηλεκτροφόρο

Ρεύμα

Και τα μαλλιά καλοχτενισμένα

Στον άνεμο

Πώς να ξεφύγεις από την ‘θυμάμαι

Ζωή’;

Και η ανάμνηση όλο να παραμορφώνει

Την επιφάνεια δέρμα

Στην θάλασσα

Στα γραμμένα καλαθοπλεγμένα

Απολιφάδια των συναντήσεων

Και σε ακούω-μισός στην σκιά-

Να μιλάς  για ποιητές

Που

Γίνανε ταχυδακτυλουργοί

Στην εικόνα

Πάντα θα ξέρω τόσο πολύ

Η λέξη δεν λέγεται

Σφηνωμένη σε γράμματα

Ούτε σε σχήμα

Από εδώ εως εκεί

Μόνο το τρεμούλιασμα της συλλαβής

Ίσως

Κάτι να φανερώνει

Γραμματοσειρά κάθονται οι φόβοι

Πάνω στην επιφυλακή της σελίδας

Εγώ να παίζω ταμπούρλο

Για να μην ακούγεται το εγώ

Εδώ

Τώρα

Που ξεψυρρίζουν τους νεκρούς

Από τους εαυτούς τους

Σιγά και προσεχτικά

Στην επικίνδυνη στροφή

Που κάνει το νύχι

Πριν μαρτυρήσει συνέχεια

Και μετά θάνατον

Να συνεχίζεις με δέκα τρόπους

Στις ρώγες των δαχτύλων

Να πεθαίνεις θέλοντας

Να γδάρεις

Ο,τι σε κρατάει

Χωρίς διέξοδο

 

Μια κατασκευή η Αποσιώπηση

Μια συνενοχή ό Λόγος

Να υπάρχουνε δύο γλώσσες

Που εισχωρούν

Τόσο βαθιά

Μια βαρύτιμη ελαφράδα

Να προδίδει

Και από πάνω σκιά

Και από κάτω ήλιος

Να τσουρουφλίζει

Την νότα νότα αγωνία

Συρρίκνωση

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν κατοικούσες σε εκείνο το άστρο θα έβλεπες

Την ιστορία της γης με τρόπο άλλο

Τώρα γίνεται ο τρωικός πόλεμος

Και η αρπαγή του ωραίου

Σε αυτόν τον χρόνο ζεις

Και διαστέλεσαι σαν αιδοίο

Να δεχθείς την περατότητα του ορίζοντα

Τι υπάρχει πίσω από ένα απολιφάδι θάλασσας

Που τρεμουλιάζει την λάμψη

Του φεγγαριού στην αντανάκλαση

Του όταν λίγο ζαρώνει από το χνώτο

Της νύχτας ή του ελάχιστου χειμώνα

Θα υπήρχαν οι εποχές σε τέσσερα

Επιμέρους νοήματα;

Η ηλικία θα ήταν 300.000 νοήματα

Το δευτερόλεπτο και πλέον

Θα λέγεται Ανδρομέδα το συναίσθημα

Που δεν εκτιμάται καλά από την

Νύχτα μου

Ένας λάκκος λαγνείας στον μηδενισμό

Της αίσθησης

Αφήνω

 

 

Δεβόνια –

Ο περιορισμός της σταγόνας

 

Στέκεται μια σταγόνα χωρίς αποτύπωμα

Διαρκής άλλοτε γυάλινη υγρή απλωμένη

Πόρτα στο πάτωμα γίνεται ή δάκρυ

Ή απλώς λερωμένο πεδίο καφέ

Άλλοτε περιεχόμενο σε πλεξιγκλάς- μια ανάμνηση που δεν περιέχει

Μόνο κενό και διάφανο

Και ίσως ποτέ μια υποψία αληθινής υγρασίας

Απλώνει την κοιλιά της εκεί που ακουμπά

Κάποτε χείμαρρος κάποτε παγώνει και γίνεται στέρεα

 

Τότε κανείς δεν την μετακινεί

Περιμένει να αλλάξει η εποχή η θερμοκρασία ή η διάθεση

Αρκεί από μόνη

Να μην περιορίζει τίποτα

Μόνο τα όρια από κάθε μάτι

Υλικό από την κάθε επιφάνεια

Γίνεται κυκλική ημισφαίρια, σχεδόν τετράγωνη

Ίσως σχήμα κυττάρου που αρχίζει μονοπυρήνωση

Λοιμώδης απ’ ό,τι προήλθε φιλί οργασμό η δημιουργία

Έχει την ευχέρεια να αλλάζει μορφή σκέψη και άποψη

Υλικό υγρό στέρεο διάτρητο διηθητικό πεπερασμένο-μη-

Ή με συνοδεία μπορεί να διπλασιαστεί να πολλαπλασιαστεί

Να αυγατίσει

Να θέσει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη της και συχνά την υγρότητα

 

 

Μπορεί να εμπεριέχει

Αίμα

Αρρώστια

Αέριο

Οξυγόνο

Διοξείδιο συνουσία

Ή αφροδίσιο νόσημα

Μπορεί να αντέξει αλλεπάλληλες επιστρώσεις

Μικροσκοπικές αναλύσεις

Ιστορικές ερμηνείες

Αστυνομικούς κώδικες –εξέλιξη

Μπορεί δηλητήριο πετρέλαιο αρσενικό

Θηλυκό και ουδετερόφιλο

Να γίνει μούχλα επικάλυψη σε τριβή από τοίχο σε χώρο

Να υπονοήσει τέχνη και κυρίως φθορά

Μπορεί να αντέξει ως μόνη αλλά και μαζί

Σε ποταμό λίμνη θάλασσα και υπόνομο

Και μετά να απαιτήσει ανύψωση

Μέσα από ανούσιο φιλτράρισμα

Να μην γίνει πεδίο επώασης ή να γίνει

Ατμός και ατμοσφαιρική

Να αφήσει πίσω της σταγονίδια και συνέχεια

Την διάθεση του καθένα τον κανένα

Κανείς δεν θα την περιορίσει

Σε υποθέσεις σε αποδείξεις σε σχήματα γνώση

Υπάρχει αυτόβουλα

Και τότε κάποιοι  θα στάξουν τα δάκρυα τα

Κροκοδείλια τα άκρως επεξηγηματικά

Τα ονειροφτιαγμένα

Τα δακρυγόνα

Τα μεθεόρτια

Τα κατόπιν σιγής

Μια σταγόνα στην στρεβλή πορεία της άνωσης

Ροή που δεν υπήρξε ποτέ σε ίσια γραμμή

Μια κολυμπήθρα-ζουμερή πολιτεία στην έρημο

Μια διαδρομή φοράει είσοδο

Συνεχώς από άλλο σημείο ορίζοντα

Κάποια στιγμή θα εκκινήσουν οι στέπες

Θα λιώσουν οι πάγοι και οι κυτταρικές πλάκες του ανθρώπου

Σεισμό στο κάθε δέρμα

Επαναφορά

 

 

Άμωμος σύλληψη

 

Σαν άμωμος σύλληψη

Έτσι αρπάχτηκε

Έτσι φυλακίστηκε ο κόσμος

Ολόκληρος μέσα στην σκέψη

Ενός αέρα

Που είχε φαρδύνει τις ράγες από ένα κλουβί

Ενώ κανείς δεν κατάλαβε πως δημιουργεί χώρο

Ή και διάθεση

Και κανένας άνθρωπος ποτέ δεν διέφυγε

Ποτέ δεν δραπέτευσε

Ή δεν θέλησε να δει

Πώς μπορεί να ζήσει έξω από το όριο

Και από την εικόνα σημασία των λέξεων

Να λιώσει το αλουμίνιο χρώμα

Να αποκτήσει την ελαφρότητα

Της πλήρης ακύρωσης

Να συλλάβει την ιδέα ενός κόσμου

Από την αρχή

Με όλα τα ύγρα των σωμάτων

Και των ματιών

Μια σύλληψη όχι άμωμος άμωρος

Και ασυνεχής

Αλλά όλο και πιο πολλαπλασιασμένη

Πολλαπλή και με σχάση

Με δύο ολόκληρα οροπέδια

Στην άκρη των Πυρηναίων

Να ζητάνε την ανακάλυψη από την αρχή

Από την αρχή των λέξεων

Που δεν ειπώθηκαν

Στις εσοχές των βουνών

Τότε που οι άνθρωποι θέλησαν να δουν

Πώς είναι να ζουν έξω από την εικόνα

Έξω από το όριο περίγραμμα μιας ηπείρου

Που δεν

Που δεν

Έλαβε όνομα

Οπότε έγινε Ανώνυμος Εταιρεία

Εισαγωγής ποίησης

Και εξαγωγής του κενού

Μεσόκαινος περίοδος

 

 

 

Από κύτταρο σε κενό

 

Περιπλανήθηκαν από αιμοπετάλια

Σε αίμα

Μέχρι να βρουν

Την συγκόλληση

Την συμπύκνωση

Την συγχώνευση

Την συνενοχή

Την σύμπραξη

Την συνερμηνεία

Την συναγωγή

Μετά ένα πελώριο πλάσμα

Φαιοκίτρινο

Σαν φεγγάρι

Που το διακόρευσε μολυσμένο

Δια πύησε

Την συνύπαρξη

Δια ποίησε

Πώς δημιουργήθηκε

Η οπή

Η συμπλήρωση

Η απόλαυση

Του κενού

Του νερου

Και

Του βάθους

Η απόσταση

Που διαιρεί

Και

Διαιρείται

Εις την νιοστή

Και

Συν Άπειρο

Απρόθυμα

Και

Σιαμαία

 

 

 

Το μουρμουρητό από την άκρη του σύμπαντος σιγά σιγά συσσωρεύεται

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ισορροπούμε στην άκρη του πάντοτε

 

Η κατανομή των γαλαξιών έχει ένα παράξενο μανιχαιστικό σχήμα

 

Βρισκομαστε σε ένα ατερμονο κεντρο διαστολής συστολής

Το αποτέλεσμα πάντα θα προηγείται της αιτίας

 

Και πεπερασμένο και χωρίς όρια

Οι φαλαινες τραγουδούν κατι και πιανουν ξανά το τραγούδι τους

Εξι μηνες μετά από το σημειο που το άφησαν

Το τραγούδι των φαλαινών έχει κάτι από επική ποίηση

Μικροί πυκνοί παγωμένοι κόσμοι

 

Από κάτι τόσο ελάχιστο εξαρτάται η φύση

Εγκαταλείπεις συνήθειες  μόνο και μόνο για να βρεθείς

Διαφορετικά στον κόσμο της συνηθειας

Αντανακλάται μια μικρή πόλη σε μια σταγόνα νερού

 

 

 

 

Με άμμο

 

Ζαρώνει η επιδερμίδα του δρόμου

Τεντώνεται το δέρμα της πιο μικρής στιγμής

Από μέσα προς τα έξω

Από κάτω προς τα πάνω

Δεν αφήνει ουλές και σημάδια

Πάντα μηδενίζεται σε κυκλάκια ο δρόμος

Και κυρίως το εύρος

Καμμιά πληρωμή με άμμο που τρέχει

Μέσα σε βάζα δεν φουσκώνει τα μάγουλα

Νέος αναγκασμός

Για ανάπαυση μεταξύ δύο σωμάτων

Το δέρμα παίρνει χρώμα από συναντήσεις

Με φως

Αλλιώς σιγά σιγά διαφάνεια

Και τότε τίποτα πιο θολό

Από το θέλω

Δεν γίνεται άνοιγμα της σελίδας

Ούτε κατάθεση για μια διάθεση τέλους

Θα φύγεις

Εχουν μείνει δύο εκατοστά διαφάνεια

Αρκούμαι να την τραβήξω με την τσιμπίδα

Μιας σκέψης

Θα πονέσω;

Όσο μόνο υπάρχεις

Ποτέ παραπάνω και περισσότερο

Τίποτα

Εκτός εάν θέλεις εμφανή τα σημάδια

Διαφάνεια;

Εκεί το φως διαπερνά τα πάντα

Λάμψη τότε;

Εκεί συγκρούεται η σκιά σου

Νεότητα;

Εκεί σκοντάφτουν τα έτη μιας αυταπάτης

Σαν ντόμινο

Παύση

 

 

πλεξιγκλάς

 

Ακόμη και η βροχή μερικές φορές χρειάζεται ομπρέλα

Ή έναν διάφανο ύφασμα από πλεξιγκλάς ουρανό

Να μη βρέχεται τόσο πολύ και σαπίσει

Πριν κατέβει όλόκληρη γη

Τι βάρος, τι ορμή το άνοιγμα  πύλης

φωλιάζει στο έδαφος κι έπειτα γίνεται-

Δέντρο- τα κλαδιά γαργαλάνε πότε πότε

Τα σύννεφα

Τις μασχάλες

Τις βουβωνικές περίοπτες αφηγήσεις

Και μετά πάλι καταναγκαστικές ροές προς το χώμα

Πάλι και ξανά

Βρέχει-από πάνω ομπρέλα

Και πιο πάνω αστρόσφαιρα και ένα κωνικό περιπτέρο

Περιτοίχισμα

Μεσοτοιχία ανθρώπου και άφεσης

 

 

Tα lego 12 με έξι

Η μνήμη ήρθε μαζί με την ιστορία

Και  μας άλλαξε δέρμα

Τοποθετούμε ένα lego πάνω σε μια χορδή που

Την λέμε προσωπικότητα

Ο χαρακτήρας πηγαίνει από το

1 στο 10

Το 100 τον πνίγει

Μετά πάλι η μνήμη

Η ανέχεια

Η ιστορία

Έρχονται και αλλάζουμε βλέμμα

Το βλέμμα πηγαίνει από το άσπρο  στο μωβ

Παλινδρομεί

Το μαύρο το πνίγει

Μετά έρχεται πηγάδι ευρωπαικό

Κι αλλάζουμε πάτημα

Πήδημα

Βάθος

Νερό

Η αναπνοή γίνεται μέχρι το εξήντα

Σιγή

Για ένα λεπτό

Ασθμαίνει

Το 62 την πνίγει

Μετά αρχίζουμε να κόβουμε ανάσα  από

Το γέλιο

Το κλάμα

Την ομιλία

Την σιωπή

Η καταγωγή τους ορίζει

Δεν κυκλοφορούν ποτέ την νύχτα με ανοικτό το σακάκι

Κουμπώνουν τα κουμπιά από το 1 ως το 4 ή έξι

Όσα τα κανάλια της τηλεθέασης

Το εφτά τους πνίγει

Ανοίγουν και μια τρύπα στο δέρμα

Για να εφαρμόσει

Ο φόβος

Η ανοχή

Ο πνιγμός που μας πνίγει

Έρχεται η μνήμη

Η ιστορία η αποφράδα της αορτής

Αλλάζουμε κοιλότητα

Πρόσωπο

Πλευρό

Δίνουμε σάρκα

Συλλέγουμε νου

Αραδιάζουμε λέξεις

Όλα αυτά συμβαίνουν τις

Πρώτες

Αυγερινές

Σαρκοφάγες

Λυκανθρώπινες

Ώρες

 

 

Πεδία μέτρησης

 

Άρχισαν ξαφνικά να συναρμολογούνται

Από τους ώμους οι άνθρωποι

 

Και όταν κάποιοι ανακοίνωσαν πως

Δεν υπάρχουν άλλα μετρήσιμα πεδία

Και στατιστικές ζωής

Κάποιοι άλλοι αποφάσισαν

Πως

Με κάποιο τρόπο

Θα ήταν όλα εύκολα

Από την αρχή

Σαν ανάσα

Θα αφήναν να κουρνιάσουν στον αυχένα

Τα συναισθήματα

Και να φωλιάσουν στα μαλλιά

Τεράστιες αποφάσεις

Με απολήξεις  νευρώνα

Καμιά κλίση της κεφαλής

Κανένα τρεμούλιασμα

Κανείς πόνος

Γιατί μια απόφαση θα ευθυγραμμίζει την πλάτη τους

Θα μένουν σταθερά τα οπίσθια

Και ένα ύφασμα

Θα νομίζει πως δένει την  τρέλα

Πισθάγκωνα

Σε αυτή την αγέρωχη  όψη

Θα κοιτούσαν ευθεία μπροστά

Πυκνωμένη ιστορία που ξεχειλίζει επεισόδια

Και άρρωστη θάλασσα

Αλλά τόσο θα είχαν ξεχωρίσει

Την ύπαρξη από την ύλη

Που το είναι θα είχε μετατοπιστεί

Ένα βήμα μπροστά

Θα χαμογελούσαν

Ένας διαχωρισμός θα είχε προκύψει

Και μια αίσθηση εκτός ορίων

Η αναπνοή θα γινόταν από όλα τα κύτταρα

Όπως πάντα άλλωστε

 

Μόνο που τώρα θα την ένιωθαν  όλοι

Απροετοίμαστοι και

Μέχρι το κόκκαλο.

 

Από τον ώμο έλεγαν θα γίνει η συναρμολόγηση

Έκοψαν  όλοι το ένα τους χέρι-Δεν συμμορφώθηκαν

Μείναν ολόκληροι

 

 

Ηλεκτροφόρος

 

Και

Πάντα κλαις για μια εποχή

Που μόνος σου κατασκεύασες

Και ας είχες συνενόχους

Για την ζαρωμένη όλο δέρμα θάλασσα

Όταν φυσούσε λίγος αέρας και άμπωτη

Για το φούσκωμα της κοιλιάς

Και των βουνών μέσα σε δάση

Που δεν φτάνει φως

Για το ίδιο που είναι πάντα άλλο

Και νομίζεις κάνεις πορεία

Χωρίς δεκανίκια

Με το βλέμμα μπροστά

Και το κεφάλι πίσω

Και όρθιο πάντα

Σαν στύλος ηλεκτροφόρο

Ρεύμα

Και τα μαλλιά καλοχτενισμένα

Στον άνεμο

Πώς να ξεφύγεις από την ‘θυμάμαι

Ζωή’;

Και η ανάμνηση όλο να παραμορφώνει

Την επιφάνεια δέρμα

Στην θάλασσα

Στα γραμμένα καλαθοπλεγμένα

Απολιφάδια των συναντήσεων

Και σε ακούω-μισός στην σκιά-

Να μιλάς  για ποιητές

Που

Γίνανε ταχυδακτυλουργοί

Στην εικόνα

Πάντα θα ξέρω τόσο πολύ

Η λέξη δεν λέγεται

Σφηνωμένη σε γράμματα

Ούτε σε σχήμα

Από εδώ εως εκεί

Μόνο το τρεμούλιασμα της συλλαβής

Ίσως

Κάτι να φανερώνει

Γραμματοσειρά κάθονται οι φόβοι

Πάνω στην επιφυλακή της σελίδας

Εγώ να παίζω ταμπούρλο

Για να μην ακούγεται το εγώ

Εδώ

Τώρα

Που ξεψυρρίζουν τους νεκρούς

Από τους εαυτούς τους

Σιγά και προσεχτικά

Στην επικίνδυνη στροφή

Που κάνει το νύχι

Πριν μαρτυρήσει συνέχεια

Και μετά θάνατον

Να συνεχίζεις με δέκα τρόπους

Στις ρώγες των δαχτύλων

Να πεθαίνεις θέλοντας

Να γδάρεις

Ο,τι σε κρατάει

Χωρίς διέξοδο

 

Μια κατασκευή η Αποσιώπηση

Μια συνενοχή ό Λόγος

Να υπάρχουνε δύο γλώσσες

Που εισχωρούν

Τόσο βαθιά

Μια βαρύτιμη ελαφράδα

Να προδίδει

Και από πάνω σκιά

Και από κάτω ήλιος

Να τσουρουφλίζει

Την νότα νότα αγωνία

Συρρίκνωση

 

 

 

 

 

 

Το φως

 

Η λεπτή χειρονομία του φωτός αποκαλύπτει ατέλεια

Η έντονη αντίθεση του αποφασίζει την ένταση

Η αναποφασιστικότητα του υποδηλώνει αυγή ή απόβραδο

Η απομάκρυνση επιττάσει σφαγή οργασμό ή δημιουργία

Η άπλετη φωτεινότητα προσδιορισμό

Εκεί κάπου στα λαγούμια μιας γης που οδηγεί σε ορίζοντα

Αναζητάς συγκινήσεις που θα θρέψουν το βλέμμα ανάστροφα

Σε μια εικόνα που δεν υπήρξε πριν να επινοηθεί ο κόσμος

Απρόσκλητος και απρόσφορος για ζωή

Εκεί κάπου φανερώνει ο ουρανός να βλέπει

Τα πάντα ειρωνικά μπλε και γαλάζια

 

 

Το φως

 

Η λεπτή χειρονομία του φωτός αποκαλύπτει ατέλεια

Η έντονη αντίθεση του αποφασίζει την ένταση

Η αναποφασιστικότητα του υποδηλώνει αυγή ή απόβραδο

Η απομάκρυνση επιττάσει σφαγή οργασμό ή δημιουργία

Η άπλετη φωτεινότητα προσδιορισμό

Εκεί κάπου στα λαγούμια μιας γης που οδηγεί σε ορίζοντα

Αναζητάς συγκινήσεις που θα θρέψουν το βλέμμα ανάστροφα

Σε μια εικόνα που δεν υπήρξε πριν να επινοηθεί ο κόσμος

Απρόσκλητος και απρόσφορος για ζωή

Εκεί κάπου φανερώνει ο ουρανός να βλέπει

Τα πάντα ειρωνικά μπλε και γαλάζια

 

 

 

Το φως

 

Η λεπτή χειρονομία του φωτός αποκαλύπτει ατέλεια

Η έντονη αντίθεση του αποφασίζει την ένταση

Η αναποφασιστικότητα του υποδηλώνει αυγή ή απόβραδο

Η απομάκρυνση επιττάσει σφαγή οργασμό ή δημιουργία

Η άπλετη φωτεινότητα προσδιορισμό

Εκεί κάπου στα λαγούμια μιας γης που οδηγεί σε ορίζοντα

Αναζητάς συγκινήσεις που θα θρέψουν το βλέμμα ανάστροφα

Σε μια εικόνα που δεν υπήρξε πριν να επινοηθεί ο κόσμος

Απρόσκλητος και απρόσφορος για ζωή

Εκεί κάπου φανερώνει ο ουρανός να βλέπει

Τα πάντα ειρωνικά μπλε και γαλάζια

 

 

 

To ενδιάμεσο δέρμα

 

Ο τρόπος που πιάνεις το στήθος

Ενώ στέκεσαι λες και θέλεις να περιορίσεις αναπνοή

Κάπως να περάσει ο διπλανός

Χωρίς να ακούσει τον έντονο χτύπο σε ύψος καρδιάς

Ή κάποιος να μην νιώσει ύφασμα  μπλούζας

Να μην υπονοήσει δέρμα  στέρνου

Να μην νιώσει  ακκίδα μιας τρίχας να ξεπροβάλλει

Από το συνθετικό κάλυμμα του ανθρώπου

Ο τρόπος που αναπνέεις στην ακρογωνιαία πλευρά του

Ωμου

Τα άπειρα τριχοειδή που αφήνει το μεγάλωμα της ενήλικης γνώσης

Σαν μια τρίχα με ρίζα στο πιο μικρό άπειρο και στην άλλη άκρη

Να απλώνει το σύμπαν

Μιας άφυλης παλάμης εσωτερικό που λέγεται έρωτας

Εκεί δένει η νύχτα με ανάσα Και πανικός που μαρτυρά

Αορτή οργάνου που λίγο φοβάται

Τόσα τα αστέρια όσες οι τρίχες στο στέρνο

Μετρώνται με δείχτη ή με πολλή  θερμοκρασία  χεριού

H κερατίνη της νύχτας της τρίχας του νυχιού στο τέλος δάχτυλο

Συνενώνονται κάπου όταν δειλά ξημερώσει

Το σώμα πονάει όταν μπλεχτεί στο ξερίζωμα

Ξημερώνει

Ξεριζώνει το άστρο τον θάνατο από την ιστορία του σύμπαντος

Μια τρίχα πάνω στο σώμα τολμάει ανυπαρξία ή την μόνη ύπαρξη

Να υπάρχει

Μεγαλώνει προς τα μέσα ο κενός χώρος και εκεί επιπλέεις

Αφαιρείται ο θάνατος στο ενδιάμεσο δέρμα του κόσμου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *